Brown Ale

tumblerΙστορία

Στον 18ο αιώνα, οι brown ales παρασκευάζονταν με αρχική πυκνότητα (OG) ανάμεσα σε 1,060 και 1,090. Αυτές οι μπύρες σταμάτησαν γύρω στο 1800 αφού οι ζυθοποιοί σταμάτησαν τη χρήση καφέ βύνης. Η Pale βύνη, που είναι φθηνότερη, λόγω της υψηλότερης απόδοσης της, χρησιμοποιήθηκε ως βάση για όλες τις μπίρες, συμπεριλαμβανομένων των Porter και Stout. Ο όρος brown ale αναβίωσε στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν στο Λονδίνο η ζυθοποιία Mann παρουσίασε μια μπύρα με αυτό το όνομα. Ωστόσο, άρχισε να παρασκευάζεται ευρέως στη δεκαετία του 1920. Οι καφέ μπίρες αυτής της περιόδου ήταν πολύ ισχυρότερες. Το 1926, η Manns Brown Ale είχε μια αρχική βαρύτητα 1.043 ενώ η Whitbread Double Brown ήταν ακόμη πιο ισχυρή. Η εισαγωγή αυτών των τύπων μπίρας συνέπεσε με τη μεγάλη αύξηση της ζήτησης για την εμφιαλωμένη μπύρα στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Στυλ

Η Brown Ale έχει ένα σκούρο πορτοκαλί ή καφέ χρώμα. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τις λονδρέζικες ζυθοποιίες στα τέλη του 17ου αιώνα για να περιγράψει τα προϊόντα τους, όπως mild ale. Οι brown ale του 18ου αιώνα παρασκευάζονταν με 100% καφέ βύνη.
Σήμερα υπάρχουν brown ale σε διάφορες περιοχές, κυρίως την Αγγλία, το Βέλγιο και την Αμερική. Οι μπύρες που ονομάζοντας brown ale περιλαμβάνουν γλυκές με χαμηλό ποσοστό αλκοόλ όπως η Manns Original Ale Brown, με μέτριο αλκοόλ και πικρές, όπως η Newcastle Brown Ale, και με άρωμα βύνης αλλά και λυκίσκου, όπως η Σιέρα Νεβάδα Brown Ale.