Stout

stout beerΗ ιστορία αυτής της μπύρας είναι περίπλοκη και αδιευκρίνιστη. Υπάρχουν πολύ λίγα στοιχεία για τα οποία μπορούμε να είμαστε σίγουροι. Υπάρχει μια πεποίθηση, ότι η   stout είναι ο απόγονος της porter. Αλλά υπάρχουν πολύ καλοί λόγοι για να την αμφισβητήσει κάποιος. Δεν ξέρουμε από που προήλθε το όνομα, αλλά είναι γνωστό ότι  πολλές porter παρασκευάζονταν με υψηλότερες πυκνότητες και ονομάζονταν “stout porters.” Eίναι προφανές ότι to stout αρχικά χρησιμοποιείται ως επίθετο για να  περιγράψει τη  μαύρη μπύρα. Ακριβώς πότε και πώς έμεινε μόνο το stout δεν είναι γνωστό. Ας δούμε τι μπορούμε να γνωρίζουμε ως τώρα για αυτό το είδος μπύρας.

Ιστορία

Η Porter προέρχεται από το Λονδίνο και πιο συγκεκριμένα στις αρχές του 1720. Το στυλ έγινε γρήγορα δημοφιλές. Είχε μια έντονη γεύση, και χρειαζόταν περισσότερο χρόνο για να χαλάσει σε σύγκριση με τις άλλες μπύρες. Η αυξημένη περιεκτικότητα σε αλκοόλ που αυξανότανε παράλληλα με το χρόνο, το γεγονός ότι ήταν σημαντικά φθηνότερη, και ότι δεν επηρεάζονται εύκολα από τη θερμοκρασία την έκανε άμεσα να ξεχωρίσει. Μέσα σε λίγες δεκαετίες, η ζυθοποιία porter στο Λονδίνο είχε αυξηθεί ραγδαία. Η μπύρα απέκτησε το συνήθες μαύρο χρώμα της μέσα από τη χρήση της μαύρης βύνης, και γι’αυτό απέκτησε ισχυρότερη γεύση.

Αρχικά, το επίθετο stout σήμαινε “περήφανη” ή “γενναία”, αλλά αργότερα, μετά τον 14ο αιώνα, πήρε την έννοια του «ισχυρού». Η πρώτη γνωστή χρήση της λέξης stout για την μπίρα ήταν σε ένα έγγραφο με ημερομηνία του 1677 βρέθηκε στο χειρόγραφο του Egerton. Η έκφραση stout porter χρησιμοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα, με τις μεγάλες ποσότητες που μεταφερόντουσας από την Guinness της Ιρλανδίας το 1820. Η Stout σήμαινε “ισχυρή” και θα μπορούσε να σχετίζεται με οποιοδήποτε είδος μπύρας, εφ ‘όσον ήταν ισχυρή. Αργότερα, η stout συνδέθηκε μόνο με την porter, και κατέληξε να γίνει συνώνυμο της μαύρης μπύρας.




Λόγω της τεράστιας δημοτικότητας της porter, οι ζυθοποιίες άρχισαν αν τις κατηγοροιοποιούν σύμφωνα με το αλκοόλ του. Οι μπύρες με υψηλότερη περιεκτικότητα ονομάστηκαν “Stout Porter». Υπάρχει ακόμα συζήτηση για το αν οι stout πρέπει να θεωρούνται ένα ξεχωριστό στυλ από την porter. Συνήθως ο μόνος αποφασιστικός παράγοντας είναι η περιεκτηκότητα σε αλκοόλ.

Το σύνθημα “Guinness is good for you” εμφανίστηκε στην αγορά το 1920 όταν κάποιοι άνθρωποι ανέφεραν ότι αισθάνονταν καλύτερα μετά από ένα ποτήρι Guiness, και συστήθηκε σε μετεγχειρητικούς ασθενείς, αιμοδότες, έγκυες γυναίκες και θηλάζουσες μητέρες στην Αγγλία να πίνουν Guinness.

Στυλ: Έχετε ποτέ αναρωτηθεί γιατί οι χύμα stout είναι πιο κρεμώδης και ο αφρός παχύτερος σε σχέση με τις εμφιαλωμένες; Ακόμη και ένας περιστασιακός πότης μπορεί να   παρατηρήσει τη διαφορά. Αυτό συμβαίνει επειδή η βαρελίσια μπύρα είναι εμποτισμένη με κάποιο αέριο, ένα μίγμα αζώτου και διοξειδίου του άνθρακα, ενώ η εμφιαλωμένη   μπύρα είναι ανθρακούχα με διοξείδιο του άνθρακα μόνο.

 Συστατικά : Η βασική διαφορά ανάμεσα στη stout και την porter ήταν ανέκαθεν η πυκνότητα. Όλες οι stouts παράγονται από μαύρο βυνοποιημένο κριθάρι. Αυτό συμβάλλει περισσότερο στο χρώμα και τα χαρακτηριστικά  της γεύσης. Ένας μεγάλος αριθμός προσθέτων, από καφέ μέχρι βρώμη και ζαχαρούχο γάλα έχουν προστεθεί με καλά αποτελέσματα.




Γευσιγνωσία: Ο αφρός της stout πρέπει να παχύς και είναι συνήθως μαύρισμένος ή καφέ. Το σώμα θα πρέπει να είναι πολύ σκούρο καφέ ή μαύρο. Η μυρωδιά θα πρέπει να περιέχει καφέ, σοκολάτα, γλυκόριζα, χωρίς εμφανή οσμή λυκίσκου.

Πιο γνωστές stout είναι η Guiness και η Murphy’s.